Αν το πρώτο βιβλίο ήταν μια εισαγωγή στον πόνο και στη φλόγα, ο δεύτερος τόμος είναι η καταιγίδα που δεν σε αφήνει να σταθείς όρθιος. Το Σπαθί στο Σκοτάδι ανεβάζει την ένταση στα ύψη και μετατρέπει κάθε σελίδα σε πεδίο μάχης — φυσικό και ψυχικό.
Οι ήρωες τώρα δεν είναι ήρωες με όνομα· είναι άνθρωποι με φόβους, ελπίδες, απώλειες. Κάθε απόφαση μετράει, κάθε χτύπημα πονάει, και κάθε λάθος μπορεί να σε στοιχίσει. Η συγγραφέας δεν κάνει χάρη: δεν υπάρχει «ασφαλής γωνιά»· η ένταση είναι διαρκής, πραγματική, αδυσώπητη.
Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο είναι το πώς το βιβλίο δεν φοβάται να δείξει την αλήθεια του πολέμου και της εξουσίας: προδοσίες, πόνος, κατεστραμμένες ψυχές, αλλά και η ελπίδα — σπασμένη πολλές φορές, αλλά εκεί· σαν θραύσματα που μπορείς να ξαναφτιάξεις.
Οι σκηνές μάχης είναι γραμμένες με τέτοια δύναμη που, διαβάζοντάς τες, ένιωθα σαν να ήμουν και εγώ μέσα στη φωτιά και τη λάσπη. Οι χαρακτήρες «αιμορραγούν», μα, παρά την καταστροφή, υπάρχει αυτή η λάμψη — η προσπάθεια για κάτι πιο ανθρώπινο.
Αν θέλεις μια φαντασία που δεν τραβά εύκολα, που δεν κάνει εκπτώσεις, που δεν υποστέλλει τη βία και την αλήθεια — τότε αυτός ο τόμος είναι δεδομένος.
Το προτείνω — αν έχεις αντοχές, αν έχεις καρδιά, αν θέλεις ένα ταξίδι που θα σε στιγματίσει.